Γιατί η Δεξιά «αγαπά να μισεί» τη Μεταπολίτευση

…και ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ενοχικό σύνδροµο απέναντί της

Του Πάνου Κοσμά

Στο πρώτο ερώτηµα η απάντηση είναι µία: Η Μεταπολίτευση είναι συνώνυµη εργατικών και κοινωνικών αγώνων και κατακτήσεων και ανόδου της Αριστεράς. Αυτά δεν άφησαν µόνο ένα πολιτικό και ιδεολογικό αποτύπωµα, το οποίο προκαλεί αυτονόητα πολιτικο-ιδεολογική αλλεργία στη ∆εξιά/Ακροδεξιά· άφησαν επίσης το αποτύπωµά τους στους δείκτες εκµετάλλευσης των εργαζόµενων τάξεων, οι οποίοι δεν ευηµέρησαν τόσο όσο θα ήθελε η ελληνική άρχουσα τάξη. Η ιδεολογικο-πολιτική «µεταµφίεση» των κοινωνικών σχέσεων και της καπιταλιστικής εκµετάλλευσης είναι ένα παιχνίδι, στο οποίο η άρχουσα τάξη έχει τεράστια συσσωρευµένη πείρα – όταν πρόκειται µόνο ή κυρίως γι’ αυτό. Όταν όµως πρόκειται γι’ αυτούς καθαυτούς τους δείκτες της εκµετάλλευσης δεν «παίζουν» – και δεν ξεχνούν!

 

Οικονοµική τροµοκρατία και Μερίδιο της Εργασίας στο Προϊόν (που όλοι «αγαπούν να ξεχνούν»)

Πάνε µερικά χρόνια που εισέβαλαν στη ζωή µας, επίφοβες και µε ισχυρή γόµωση ανασφάλειας και τρόµου, οι «τροµερές» λέξεις και έννοιες της οικονοµίας: δηµοσιονοµικό ισοζύγιο, έλλειµµα και χρέος, πρωτογενές έλλειµµα/πλεόνασµα, οµόλογα, αποδόσεις και spread κ.λπ. κ.λπ. Μαζί τους και η τυραννία των «ειδικών», οικονοµολόγων και οικονοµολογούντων, να προκαλούν δέος στον «απλό λαό» και βαθύ αίσθηµα αδυναµίας και ανεπάρκειας: πόσο δύσκολη και στριφνή είναι η «οικονοµία» και πόσο αδύναµοι εµείς να την καταλάβουµε…

Πώς το είχε πει ο Μπρεχτ; «Αυτοί που παίρνουν όλο το ψωµί από το τραπέζι, κηρύσσουν τη λιτότητα». Και πόσο ευκολότερα µπορείς να κηρύξεις και να επιβάλεις τη λιτότητα αν τροµοκρατήσεις τα θύµατά της µε αυτές τις τροµερές λέξεις, µε αυτά τα υπερόπλα της νεοφιλελεύθερης αργκό; Αν τους εµφυσήσεις αίσθηµα άγνοιας και ανεπάρκειας, αν πλήξεις καίρια την αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίµησή τους. ∆ιότι ο συνειρµός είναι αυτόµατος: αν κάτι δεν µπορείς καν να το καταλάβεις, αν είναι τόσο περίπλοκο ώστε µόνο «ειδικοί και τεχνικοί» της εξουσίας µπορούν να το καταλάβουν και να το χειριστούν, πώς µπορείς να έχεις και απαιτήσεις για το περιεχόµενο της οικονοµικής πολιτικής; «Αυτοί ξέρουν» – εσύ όχι.

Κι όµως, όλα είναι τόσο απλά. Και ταυτόχρονα, τόσο καλά και τόσο επιµελώς κρυµµένα.

Στις επίσηµες οικονοµικές στατιστικές θα βρει κανείς κάθε είδους µετρήσεις για πάµπολλα οικονοµικά µεγέθη. Τα περισσότερα από αυτά παρελαύνουν κάθε µέρα στις οικονοµικές ειδήσεις των καναλιών, στις οικονοµικές σελίδες των εφηµερίδων, στα οικονοµικά σάιτ. Υπάρχει όµως ένα µέγεθος, που λέει περισσότερο από κάθε άλλο την αλήθεια1 για την «οικονοµία», αλλά απουσιάζει συστηµατικά! Για να το βρει κανείς, πρέπει να ψάξει στις εξειδικευµένες στατιστικές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Πρόκειται για το οικονοµικό µέγεθος «Μερίδιο της εργασίας στο προϊόν». Το βρίσκει κανείς στη µακρο-οικονοµική βάση δεδοµένων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής AMECO. H πλήρης στατιστική του «ταυτότητα» είναι η εξής: Adjusted Wage Share: total economy: as percentage of GDP at current prices. Ή στα ελληνικά: Προσαρµοσµένο Μερίδιο της Εργασίας, στο σύνολο της οικονοµίας, ως ποσοστό του ΑΕΠ σε τρέχουσες τιµές.

Με απλά λόγια: Ποιο είναι το µερίδιο που παίρνουν οι εργαζόµενοι από τον παραγόµενο πλούτο; Ή πώς µοιράζεται ο παραγόµενος κάθε έτος πλούτος ανάµεσα σε µισθούς και κέρδη;

 

Η µνηµονιακή περίοδος µε τον φακό της εκµετάλλευσης

Ιδού λοιπόν τι έγινε µε αυτή τη «µοιρασιά» από το 2010 µέχρι και σήµερα στην Ελλάδα, αλλά και τι προβλέπει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (µε βάση προφανώς τις δροµολογηµένες πολιτικές) ότι θα γίνει µέχρι και το 2020, σε έναν απλό πίνακα:

Μερίδιο της εργασίας
στο προϊόν – Ελλάδα

(στο σύνολο της οικονοµίας, % του ΑΕΠ,
σε τρέχουσες τιµές)

Έτος

Ελλάδα

2010

54,3

2011

53,1

2012

52,2

2013

49,8

2014

49,8

2015

49,4

2016

49,3

2017

49,3

2018*

49,4

2019**

49,2

2020**

49,2

*Εκτιµήσεις

**Προβλέψεις

Πηγή: AMECO, µακροοικονοµική
βάση δεδοµένων της Κοµισιόν

Τι µας λέει αυτός ο απλός πίνακας; Ότι ανάµεσα στο 2010 και το 2018 (που έχουµε αποτελέσµατα και όχι προβλέψεις ή εκτιµήσεις), το Μερίδιο της εργασίας στο προϊόν µειώθηκε κατά 4,9 εκατοστιαίες µονάδες του ΑΕΠ. Αυτό µεταφράζεται άµεσα σε χρηµατική/εισοδηµατική απώλεια. Αν το ΑΕΠ του 2018 µε βάση τα επίσηµα στατιστικά στοιχεία (ελληνικά, που επικυρώνονται όµως από τη Eurostat) ήταν 184,9 δισ. ευρώ, η εργασία έχασε 9 δισ. ευρώ. Αυτά τα 9 δισ. ευρώ δεν χάθηκαν… στο διάστηµα: πέρασαν στα κέρδη. Και ήταν το πέραν πάσης αµφιβολίας, βεβαιωµένο τµήµα των απωλειών για τους µισθωτούς – οι συνολικές απώλειες είναι πολύ µεγαλύτερες.1

Έτσι λοιπόν, η προ ετών συζήτηση για το ποιοι ευθύνονται για την κρίση (στην οποία έλαµψε για τον ταξικό της οίστρο η ατάκα του Θόδωρου Πάγκαλου «Μαζί τα φάγαµε») έχει την εύλογη συνέχειά της: ποιοι ωφελήθηκαν και ποιοι ζηµιώθηκαν από την οικονοµική πολιτική των κυβερνήσεων στη διάρκεια της κρίσης; Και η απάντηση είναι σαφής: ωφελήθηκαν τα κέρδη σε βάρος των µισθών. Για να είµαστε ακριβείς και να µην παίζουµε µε τις λέξεις: ωφελήθηκε το κεφάλαιο σε βάρος των εργαζόµενων τάξεων.

Τα διαδοχικά µνηµόνια δεν επιδείνωσαν απλώς την κατάσταση για τις εργαζόµενες τάξεις, αλλά ευνόησαν στον ίδιο βαθµό τα κέρδη. ∆εν ισχύει, λοιπόν, ότι αυτή η επιδείνωση είναι αποτέλεσµα της κρίσης: είναι αποτέλεσµα των πολιτικών, µε τις οποίες οι κυβερνήσεις διαχειρίστηκαν την κρίση.

Από τον πίνακα που παραθέσαµε, εξάγονται και πιο ειδικά συµπεράσµατα, σύµφωνα µε την κοινή εµπειρία. Με βάση αυτά, αποκαλύπτεται το «νόηµα» της πρόσφατης πολιτικής µας ιστορίας:

• Η πρώτη µνηµονιακή κυβέρνηση, του ΓΑΠ, µέχρι και το 2011 κατάφερε τα πρώτα πλήγµατα στους µισθούς. Αποδείχθηκε, όµως, «ακατάλληλη» για να βγάλει όλη την… απαραίτητη «βρόµικη δουλειά». Γι’ αυτό και… αποσύρθηκε.

• Στη µεσοβασιλεία Παπαδήµου έγιναν και άλλα βήµατα… προόδου στην αντεργατική διαχείριση της κρίσης.

• Η µεγάλη «βουτιά» έγινε το 2013, επί κυβέρνησης Αντώνη Σαµαρά και λοιπών συγκυβερνητών (Βενιζέλου και Κουβέλη αρχικά, µόνο Βενιζέλου στη συνέχεια). Το δεύτερο µνηµόνιο ήταν η «σωστή δόση», σύµφωνα µε το ∆ΝΤ, την Κοµισιόν και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

• Η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ευθύνεται κι αυτή για την επιδείνωση της κατάστασης των µισθωτών µε το τρίτο µνηµόνιο που υπέγραψε. Ωστόσο, το µεγάλο πλήγµα που κατάφερε, δεν αποδίδεται µε αυτό τον πίνακα, αφού εστιάζεται κυρίως στην κοινωνική πολιτική (ασφαλιστικό, κοινωνικά επιδόµατα). ∆εν δικαιούται να ισχυρίζεται ούτε ότι καλυτέρευσε τη θέση των µισθών έστω κατά 0,001%.

• Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν δικαιούται καν να ισχυριστεί ότι έστω το 2019 και το 2020 θα καλυτερεύσει η κατάσταση όσον αφορά το Μερίδιο της Εργασίας στο προϊόν. Οι προβλέψεις της Κοµισιόν δείχνουν µικρή επιδείνωση. Η πρόσφατη αύξηση του κατώτατου µισθού ενδεχοµένως θα ακυρώσει απλώς αυτή την επιδείνωση ή θα αυξήσει οριακά το Μερίδιο της Εργασίας στο Προϊόν. Αλλά ως εκεί: ούτε λόγος για την αποκατάσταση των απωλειών. Μια σταθεροποίηση ή οριακή αύξηση µέχρι την επόµενη προσαρµογή προς τα κάτω.

Η πολιτική µας ιστορία µε τα «µάτια» της οικονοµίας

Ή, γιατί τόσοι πολλοί «αγαπούν να µισούν» τη Μεταπολίτευση

Μια µατιά στις χρονοσειρές των δεκαετιών του ’80 και του ’90 (δεν παραθέτουµε σχετικό πίνακα για να µη «βαρύνει» κι άλλο αυτό το άρθρο) αποκαλύπτει επίσης γιατί πολλοί αρθρογράφοι και πολιτικοί «αγαπούν να µισούν» τη Μεταπολίτευση. Και τι εννοούν µιλώντας για «έλλειµµα µεταρρυθµίσεων»:

• Το µερίδιο της εργασίας στο προϊόν αυξήθηκε το 1974 σε σχέση µε το 1973 κατά 1,9% (από 49,2% σε 51,1%) και διατηρήθηκε σε επίπεδα µεταξύ 51% και 53% µέχρι το 1980. Αυτό δεν οφειλόταν, βέβαια, στην κοινωνική ευαισθησία της κυβερνώσας Ν∆, αλλά στην αύξηση των πιέσεων από την άνοδο της Αριστεράς και του ΠΑΣΟΚ της ριζοσπαστικής του περιόδου, καθώς επίσης και στην άνοδο του εργατικού κινήµατος. Η ∆εξιά δεν συγχώρεσε ποτέ ότι υποχρεώθηκε να ανεχθεί για πολλά χρόνια τόσο ψηλά το Μερίδιο της Εργασίας στο Προϊόν.

• Στη συνέχεια, αυξήθηκε το 1981 σε σχέση µε το 1980 κατά 3,5 µονάδες του ΑΕΠ (56,5% έναντι 53%) και παρέµεινε στα ίδια περίπου επίπεδα µέχρι και το 1985. Ήταν η αναγκαστική εξόφληση από την πρώτη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ «υποχρεώσεων» προς τις λαϊκές τάξεις και τον κόσµο της Αριστεράς, στους οποίους όφειλε τη νίκη του 1981.

• Όµως το 1985 ο Αντρέας Παπανδρέου, ανταποκρινόµενος στη διεθνή στροφή στον νεοφιλελευθερισµό και στην πίεση των αγορών στη δραχµή, µε µοχλό την εξυπηρέτηση του χρέους, ανέθεσε το υπουργείο Οικονοµικών στον Κώστα Σηµίτη. Ο τελευταίος εκπόνησε το πρώτο «σοσιαλιστικό» πρόγραµµα λιτότητας. Το αποτέλεσµα αποτυπώθηκε «αυτόµατα» στο Μερίδιο της Εργασίας στο Προϊόν. Από 57,2% το 1985, έκανε «βουτιά» στο 53,8% το 1986. Το 1988 είχε µειωθεί ακόµη περισσότερο, στο 53,2%. Ήρθε όµως το σκάνδαλο Κοσκωτά, η απόπειρα ανατροπής του ΠΑΣΟΚ µε ανορθόδοξα µέσα και οι γνωστές απανωτές εκλογικές αναµετρήσεις το 1989, οπότε η κοµµατική αυτοσυντήρηση επέβαλε «χαλάρωση» της λιτότητας. Έτσι, το Μερίδιο της Εργασίας στο Προϊόν αυξήθηκε το 1989 σε 55,4%.

• Το 1991 ανέλαβε η Ν∆ του Κων/νου Μητσοτάκη να «βάλει τα πράγµατα στη θέση τους»: το Μερίδιο της Εργασίας στο Προϊόν έπεσε από 54,8% το 1990 σε 50,3% το 1991 – η µεγαλύτερη ετήσια πτώση στη Μεταπολίτευση! Η πτώση συνεχίστηκε ακάθεκτη µέχρι και το 1993, οπότε έφτασε στο 48,4%. Στην τριετία της κυβέρνησης Κων/νου Μητσοτάκη, η πτώση έφτασε τις 6,4 ποσοστιαίες µονάδες – ένα υπερ-µνηµόνιο της εποχής.

• Όταν ανέλαβε ξανά το ΠΑΣΟΚ το 1994, ακολούθησαν τα «προγράµµατα σύγκλισης» για την είσοδο στην ΟΝΕ, µε υπουργό Οικονοµικών τον φανατικό νεοφιλελεύθερο Αλέκο Παπαδόπουλο -για τον οποίο, καθόλου τυχαία- ο Κων/νος Μητσοτάκης είχε µόνο καλά λόγια να πει. Ξεκινώντας από 48,2% το 1994 και µετά από µια µικρή αύξηση, το Μερίδιο της Εργασίας στο Προϊόν ήταν 48,7% το 2001 µε την είσοδο στην ΟΝΕ. Με τον Κώστα Σηµίτη να έχει αναλάβει, ως πρωθυπουργός πλέον, τη σκυτάλη από τον Αλέκο Παπαδόπουλο.

• Από το 2002 µέχρι και το 2008 (κυβερνήσεις Σηµίτη και Κώστα Καραµανλή) το Μερίδιο της Εργασίας στο Προϊόν παρέµεινε σε επίπεδα λίγο υψηλότερα σε σχέση µε την περίοδο των «προγραµµάτων σύγκλισης», γύρω στο 51% µε 52%. Με δύο χαρακτηριστικές εξαιρέσεις: το έτος των Ολυµπιακών Αγώνων, οπότε ήταν µειωµένο κάτω από αυτό το επίπεδο, στο 50,6% (όταν οι συνδαιτυµόνες του κ. Πάγκαλου έτρωγαν µε χρυσά κουτάλια – κατά τη γνωστή λαϊκή έκφραση) και το 2005 που αυξήθηκε σε 53,9% (όταν η ∆εξιά του Κώστα Καραµανλή, κυνηγηµένη από το φάντασµα της «∆εξιάς παρένθεσης», αποφάσισε να χρηµατοδοτήσει τη µακροχρόνια παραµονή της στην εξουσία).

• Το 2008, καθώς ολοκληρωνόταν ένας κύκλος ανάπτυξης 14 ετών µε µέσους ρυθµούς περί το 3,5% ετησίως, το Μερίδιο της Εργασίας στο Προϊόν ήταν 51,8%, όσο περίπου και το 2002. Ξανά τα στατιστικά στοιχεία αποδεικνύουν ότι… δεν τα φάγαµε µαζί.

• Το 2009 η απερχόµενη κυβέρνηση Καραµανλή είτε για να διεκδικήσει την παραµονή της στην εξουσία είτε σε µια προσπάθεια να µειώσει την ένταση της κρίσης του 2008 στην ελληνική οικονοµία (πιθανότατα και για τους δύο αυτούς λόγους) «ανέχθηκε» την αύξηση του Μεριδίου της Εργασίας στο Προϊόν σε 54,1%. Το 2010, µε κυβέρνηση ΓΑΠ (που ήρθε επαγγελλόµενος παροχές), ήταν 54,3%. Ήταν η µικρή µεταβατική περίοδος της σύγχυσης για την ελληνική άρχουσα τάξη µπροστά στην κρίση του 2008, που ερχόταν σαρωτική και για την ελληνική οικονοµία.

Ύστερα ήρθαν τα µνηµόνια, για τα οποία µιλήσαµε ήδη.

Αυτή η ιστορική αναδροµή αποκαλύπτει εύγλωττα γιατί πολλοί «αγαπούν να µισούν» τόσο πολύ τη Μεταπολίτευση. Τι είναι αυτό που θεωρούν «καταστροφικό» σε αυτή την περίοδο. Τι εννοούν, όταν µιλούν µονότονα για πάνω από µία εικοσαετία για την «ανάγκη µεταρρυθµίσεων».

Μισούν τις κατακτήσεις των µισθωτών, οτιδήποτε που για οποιοδήποτε λόγο αυξάνει το Μερίδιο της Εργασίας στο Προϊόν. Ακόµη και αν είναι η ανάγκη των κυβερνώντων να στηρίξουν την κυβερνητική τους εξουσία ή να τη διεκδικήσουν (στην περίπτωση αυτή απαιτούν από τα κόµµατα τη… γενναιότητα να «αδιαφορούν για το πολιτικό κόστος», δηλαδή για τη δυσαρέσκεια που θα προκαλέσουν οι πολιτικές τους στους εργαζόµενους. Αλλά και «συναίνεση», αφού αν όλοι αδιαφορήσουν για το πολιτικό κόστος, οι εργαζόµενοι δεν θα έχουν τι να ψηφίσουν και το αστικό πολιτικό σύστηµα θα αποκαθαρθεί από τέτοιες «ιδιοτέλειες»!). Πολύ περισσότερο αν είναι οι πιέσεις και τα κινήµατα από τους εργαζόµενους, τη νεολαία και την Αριστερά. Θέλουν να εγκατασταθεί η αιώνια «κανονικότητα» της λιτότητας. Σύµφωνα µε την αντίληψή τους, ο κόσµος είναι φτιαγµένος από το κεφάλαιο και για το κεφάλαιο. Οι εργαζόµενοι είναι απλώς τα υποζύγια της «οικονοµίας».

Και εν ολίγοις, «ορθή» οικονοµική πολιτική είναι αυτή που µειώνει ή έστω κρατά καθηλωµένο το Μερίδιο της Εργασίας στο Προϊόν. Εξάλλου, χωρίς µια τέτοια πολιτική, πώς θα µας κάνουν τη χάρη οι κερδοσκόποι των αγορών να αγοράσουν τα οµόλογα του ελληνικού ∆ηµοσίου;

Όταν λοιπόν ο ΣΥΡΙΖΑ περηφανεύεται για την πρόσφατη «επιτυχή» έκδοση του δεκαετούς οµολόγου, πρέπει να γνωρίζουµε ότι η οικονοµική του πολιτική δεν θα είχε µια τέτοια «επιτυχία», αν δεν είχε συµβάλει κι αυτός µε συνέπεια στη µείωση του Μεριδίου της Εργασίας στο Προϊόν. Και όταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπόσχεται καλύτερο επιτόκιο στις εκδόσεις οµολόγων και περισσότερες «µεταρρυθµίσεις», πρέπει να µην έχουµε καµία αµφιβολία ότι υπόσχεται περαιτέρω µείωση του Μεριδίου της Εργασίας στο Προϊόν και πιο «αποτελεσµατική» πολιτική λιτότητας.

 

Σηµειώσεις

1. Το στατιστικό αυτό µέγεθος δεν λέει όλη την αλήθεια για τους εξής λόγους:

α. Γιατί περιλαµβάνει και την αµοιβή στελεχών του ιδιωτικού τοµέα, που έχουν πολύ υψηλά εισοδήµατα (τα λεγόµενα golden boys ή girls), τα οποία στην πραγµατικότητα είναι πρόσοδοι του κεφαλαίου και όχι µισθοί. Αυτό σηµαίνει ότι στην πραγµατικότητα οι απώλειες στο Μερίδιο της Εργασίας είναι ουσιαστικά µεγαλύτερες από όσο δηλώνει το συγκεκριµένο στατιστικό µέγεθος.

  β. Γιατί αποδίδει τις µεταβολές ανάµεσα σε µισθούς και κέρδη πρωτογενώς (στην παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών) και δεν περιλαµβάνει άλλες απώλειες (ασφαλιστικά δικαιώµατα, κοινωνική πολιτική κ.λπ.). Αν υπολογίσουµε και αυτά, οι συνολικές απώλειες είναι πολύ µεγαλύτερες.

  γ. Γιατί -αυτονόητα- δεν περιλαµβάνει τον τοµέα της «µαύρης» οικονοµίας, που στην Ελλάδα είναι εκτεταµένος και στον οποίο οι µισθοί… υποφέρουν ακόµη περισσότερο.
Το συγκεκριµένο µέγεθος δείχνει, εποµένως, µέρος µόνο των απωλειών για τους µισθωτούς. Είναι όµως κατάλληλο για να δει κανείς την κατεύθυνση, στην οποία µεταβάλλεται η οικονοµική πολιτική: ποιων η θέση επιδεινώνεται και ποιων όχι, των εργαζόµενων ή των καπιταλιστών.

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*