Ανάπτυξη για ποιον;

Του Ηλία Ιωακείμογλου

Από τον Ιούλιο του 2015, όταν ο Αλέξης Τσίπρας και οι σύντροφοί του ανέλαβαν τη διαχείριση του ελληνικού καπιταλισµού, µέχρι σήµερα, το προϊόν της χώρας (δηλαδή το ΑΕΠ) αυξήθηκε συνολικά κατά  2,2% παρά την αδιάλειπτη φαντασίωση του πρωθυπουργού ότι «η ανάκαµψη έρχεται». Μήπως, όµως, αυτή τη φορά όντως έρχεται η ανάκαµψη της ελληνικής οικονοµίας; Και εάν έρχεται, τι σηµασία έχει για τον κόσµο της εργασίας; 

Από το δεύτερο τρίµηνο του 2014, ήταν ήδη ορατό στα στατιστικά στοιχεία ότι η εκκαθάριση των πιο αδύναµων επιχειρήσεων και η συρρίκνωση του παραγωγικού δυναµικού επιβραδυνόταν, σηµατοδοτώντας ότι είχαµε εισέλθει στη φάση ολοκλήρωσης της «δηµιουργικής καταστροφής» στην οποία είχε οδηγήσει η µνηµονιακή πολιτική. Οι δυνάµεις της αστικής τάξης και οι σύµµαχοί της (δηλαδή το αστικό µπλοκ εξουσίας που εµφανίστηκε ολοκάθαρα στο δηµοψήφισµα υπό το σύνθηµα «Μένουµε Ευρώπη») βρίσκονταν τότε αρκετά κοντά στην οριστική µορφοποίηση, θεσµική κατοχύρωση και παγίωση ενός νέου καθεστώτος συσσώρευσης κεφαλαίου µε τα χαρακτηριστικά που είχε επιβάλει η µνηµονιακή αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονοµίας και της κοινωνίας. Κατά το δεύτερο εξάµηνο του 2014, εµφανίστηκαν κάποιες ενδείξεις ότι η «δηµιουργική καταστροφή» συνεχιζόταν µεν αλλά πλησίαζε στην ολοκλήρωσή της. Από το 2015, όµως, ενώ µια ανάκαµψη του ελληνικού καπιταλισµού φαινόταν δυνατή, η οικονοµία εισήλθε σε παρατεταµένη περίοδο στασιµότητας (µε θετικούς µεν ρυθµούς µεγέθυνσης, πλην όµως τόσο µικρούς που θα µπορούσαν να αποτελούν στατιστικό λάθος).

 

Συνθήκες «µη κανονικές και συνήθεις»

Πώς εξηγούνται αυτές οι εξελίξεις; Υπό κανονικές και συνήθεις συνθήκες, η εσωτερική δυναµική του κεφαλαίου, όταν αυτό αναδύεται από τις διαρθρωτικές κρίσεις του, έχοντας ανασυγκροτήσει την οικονοµία και την κοινωνία στα µέτρα του χάρη στη «φυσική επιλογή» των ανθεκτικότερων κεφαλαίων (και των ανθεκτικότερων ανθρώπων…), µε δυο λόγια έχοντας εγκαθιδρύσει ένα νέο καθεστώς συσσώρευσης κεφαλαίου, οδηγεί (η δυναµική του κεφαλαίου) στην ανάκαµψη της παραγωγής επί των νέων παραγωγικών και θεσµικών βάσεων που δηµιουργήθηκαν στη διάρκεια της κρίσης και της αναδιάρθρωσης. Αυτά βεβαίως ισχύουν και για την ελληνική κρίση· ισχύει όµως και κάτι ακόµα: Η ελληνική κρίση, λόγω του βάθους της και της διάρκειάς της οδήγησε σε καταστροφές που δεν επέτρεψαν µια γρήγορη ανάκαµψη της οικονοµίας µετά το 2014. Επί τρία ολόκληρα χρόνια (2015-2017), οι ρυθµοί µεγέθυνσης του ΑΕΠ βρίσκονταν στην περιοχή του µηδενός. Οι ουλές που άφησε η κρίση στον ελληνικό καπιταλισµό είναι ασυνήθιστα βαθιές· τόσο βαθιές, που συγκρίνονται µε αυτές που συνήθως αφήνει ο πόλεµος: το παραγωγικό σύστηµα (δηλαδή το πάγιο κεφάλαιο) έχει συρρικνωθεί κατά περίπου 10% και το χειρότερο είναι ότι όσο από αυτό διασώθηκε είναι κατά περίπου δέκα έτη γηραιότερο από το 2008 (διότι εν τω µεταξύ έγιναν πολύ µικρές επενδύσεις σε καινούργιο µηχανολογικό εξοπλισµό). Η δε κλαδική σύνθεση του παραγωγικού συστήµατος έχει µετατραπεί προς όφελος των κλάδων εντάσεως εργασίας, µε αποτέλεσµα να µειώνεται η µέση παραγωγικότητα της εργασίας. Αυτά εξηγούν το γεγονός ότι τη βαθιά ύφεση της ελληνικής οικονοµίας (2010-2014) διαδέχθηκε µια παρατεταµένη περίοδος στασιµότητας από την οποία ο ελληνικός καπιταλισµός φαίνεται -ίσως- να εξέρχεται χάρη σε εξωγενείς παράγοντες, ιδιαίτερα χάρη στη θεαµατική ανάκαµψη του τουρισµού και την ευνοϊκή συγκυρία για τις εξαγωγές γενικώς.

 

Ριζική αβεβαιότητα

Έχουµε έτσι φτάσει σε µια µικτή εικόνα της κατάστασης του ελληνικού καπιταλισµού: Η συνολική ζήτηση είναι καθηλωµένη σε χαµηλά επίπεδα αλλά όχι τόσο µειωµένη για κάθε επιχείρηση ξεχωριστά αφού οι ισχυρότερες επιχειρήσεις που επέζησαν της κρίσης έχουν καταβροχθίσει την ζήτηση όσων ανταγωνιστών τους υπέκυψαν στην κρίση. Μια κάποια αύξηση της παραγωγής οφειλόµενη σε µια αύξηση της ζήτησης θα µπορούσε να υπάρξει µεν, αλλά το αποτέλεσµα θα ήταν πολύ περιορισµένο (εάν ισχύει ότι το αχρησιµοποίητο παραγωγικό δυναµικό κατά το 2018 έχει περιοριστεί σε περίπου 5% της συνολικής παραγωγικής ικανότητας της χώρας, όπως ισχυρίζεται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή) ή κάπως µεγαλύτερο αποτέλεσµα (εάν ισχύει ότι το αχρησιµοποίητο παραγωγικό δυναµικό κατά το 2018 έχει περιοριστεί σε περίπου 10% της συνολικής παραγωγικής ικανότητας της χώρας, όπως ισχυρίζεται ο ΟΟΣΑ).1 Οι µισθοί δεν ανακάµπτουν παρά τη µείωση του ποσοστού ανεργίας, και οι δυνάµεις της εργασίας παραµένουν αποδυναµωµένες εξαιτίας της ανεργίας, των νοµοθετικών παρεµβάσεων στην αγορά εργασίας και της κατακόρυφης πτώσης της µαχητικότητας των εργαζόµενων τάξεων που προκάλεσε η αποστασία του Σύριζα (και αυτοί είναι παράγοντες που αυξάνουν τα κέρδη)· από την άλλη µεριά, το εργατικό δυναµικό έχει υποβαθµιστεί εξαιτίας της παρατεταµένης ανεργίας που οδηγεί σε απώλεια γνώσεων και ικανοτήτων (σε επιδείνωση δηλαδή των παραγωγικών ικανοτήτων) αλλά και εξαιτίας της µετανάστευσης που αφαιµάσσει κυρίως ειδικευµένο εργατικό δυναµικό (και αυτοί είναι παράγοντες που σε βάθος χρόνου θα µειώνουν  τα κέρδη). Με αυτά τα δεδοµένα, και άλλα όµως που ενισχύουν τις αµφιβολίες, οι προβλέψεις σε τέτοιες συνθήκες στροβιλώδους ροής της ιστορίας είναι εξαιρετικά παρακινδυνευµένες. Ίσως ο ελληνικός καπιταλισµός να διαθέτει έναν δυναµισµό που θα του επέτρεπε να αναπτυχθεί έστω µε χαµηλούς σχετικά ρυθµούς κατά τα επόµενα έτη εάν οι εξωτερικοί παράγοντες (ιδιαίτερα ο τουρισµός, αυτός ο «από µηχανής θεός») παραµείνουν ευνοϊκοί. Από την άλλη µεριά είναι πολύ πιθανό επίσης, µέσα σε σύντοµο χρονικό διάστηµα ο ελληνικός καπιταλισµός να σπάσει τα µούτρα του πάνω σε ένα µεγάλο έλλειµµα στο εµπορικό ισοζύγιο που θα πρέπει να καλύψει µε δανεισµό επειδή η µεν µεγέθυνση του ΑΕΠ, ακόµη και µικρή, προκαλεί σηµαντικές αυξήσεις των εισαγωγών ενώ οι εξαγωγές (µε εξαίρεση τον τουρισµό) µάλλον σέρνονται· όπου προκύπτει το ερώτηµα αν ένα µεγάλο έλλειµµα στο εξωτερικό εµπόριο θα γίνει ανεκτό από τους διεθνείς οργανισµούς και τις αγορές όπως γίνεται αυτή τη στιγµή για την Κύπρο που θα έχει δανειστεί από το εξωτερικό στη διάρκεια του 2018 ποσά ισοδύναµα µε το 10% του ΑΕΠ για να καλύψει το τεράστιο εξωτερικό της έλλειµµα προετοιµάζοντας πιθανόν µια νέα κρίση. Τίποτα δεν είναι βέβαιο, όλα παίζονται. Χειρότερα: η σηµερινή συγκυρία χαρακτηρίζεται από ριζική αβεβαιότητα (κατά την έκφραση του Κέινς). Απλώς δεν γνωρίζουµε τι θα συµβεί – και αυτό δεν είναι καθόλου πρωτότυπο µετά το 2008, από τότε που ταξιδεύουµε σε αχαρτογράφητα νερά.

 

Αποσύνδεση της αύξησης του ΑΕΠ από τους µισθούς

Από πολιτική άποψη όµως, µικρή σηµασία έχει ότι βρισκόµαστε σε καθεστώς ριζικής αβεβαιότητας όσον αφορά την εξέλιξη του ΑΕΠ, δηλαδή της οικονοµικής δραστηριότητας. Για τον πολύ απλό λόγο ότι µε την άσκηση της µνηµονιακής πολιτικής, µε την απορρύθµιση της αγοράς εργασίας και το καθεστωτικό πραξικόπηµα ενάντια στα εργατικά συνδικάτα, η σχέση ΑΕΠ-µισθών έχει αποδυναµωθεί θεαµατικά (εάν δεν έχει διαρραγεί). Έτσι, στη διάρκεια της διακυβέρνησης από τον Σύριζα, ενώ το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,2%, ο µέσος πραγµατικός µισθός µειώθηκε κατά 2,1% και ο µοναδικός παράγοντας που συγκράτησε τους µισθούς στον επιχειρηµατικό τοµέα από µια ακόµη µεγαλύτερη µείωση ήταν η µετανάστευση εκατοντάδων χιλιάδων νέων από την Ελλάδα προς χώρες του εξωτερικού για εύρεση εργασίας. Στην Κύπρο, όπου η συγκυρία προηγείται χρονικά της αντίστοιχης ελληνικής, η αύξηση του ΑΕΠ κατά την ανάκαµψη που ξεκίνησε το 2015 (µετά την κρίση και την αναδιάρθρωση που επέβαλε το εκεί µνηµόνιο), ανήλθε σε 10% ενώ ο µέσος πραγµατικός µισθός αυξήθηκε κατά 1%. Οι µεταβολές των µισθών έχουν λοιπόν αποσυνδεθεί από το ρυθµό µεγέθυνσης του ΑΕΠ. Κατά την ίδια περίοδο, αποσύνδεση παρατηρήθηκε επίσης µεταξύ των ρυθµών µεγέθυνσης του ΑΕΠ και της απασχόλησης στον επιχειρηµατικό τοµέα, η οποία αυξήθηκε µόνο χάρη στη δουλειά στα κάτεργα της επισφάλειας, της ακούσιας µερικής απασχόλησης και των εργαζόµενων φτωχών.

Την επόµενη φορά, λοιπόν, που κάποιος θα θριαµβολογεί για την ανάπτυξη που επιτέλους ήρθε ή πρόκειται να έρθει, να θυµηθούµε να τον ρωτήσουµε «Ανάπτυξη για ποιον;».

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*