Αγώνας ενάντια στο σύστημα που γεννάει ανισότητες και «κανονικότητες»

της Έφης Γαρίδη

Μετά και τη νέα εξέλιξη για τις καθαρές τοξικολογικές εξετάσεις του Ζακ, δημοσιεύουμε το άρθρο της Έφης Γαρίδη (είχε φιλοξενηθεί στο φύλλο Νο5 της εφημερίδας Κόκκινο Νήμα – Οκτώβρης 2018)

Με αφορµή το χρονικό της «προαναγγελθείσας» δολοφονίας του Ζακ Κωστόπουλου και τις απόψεις για «εκφασισµό» της κοινωνίας

Το λιντσάρισµα-δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου ήταν γροθιά στο στοµάχι. Για όσους άντεξαν να παρακολουθήσουν το βίντεο ενός απάνθρωπου, αναίτιου, δολοφονικού ξυλοδαρµού και το επόµενο βίντεο µε τη συνέχιση του «έργου» τους από την αστυνοµία ή απλώς πληροφορήθηκαν τις ανατριχιαστικές «λεπτοµέρειες». Για όσους µε απόγνωση είδαν τις αντιδράσεις µεγάλης µερίδας του κόσµου, που δίνουν δίκιο στον «καταστηµατάρχη», που µιλούν µε «ναι µεν, αλλά» για κάτι που θα έπρεπε απλά και µόνο να προκαλεί φρίκη. Γι’ αυτό πολλοί µιλάνε για εκφασισµό της κοινωνίας. Πρόκειται όµως για κάτι τέτοιο;

Ηδολοφονία, πριν καν µάθουµε ποιος ήταν το θύµα, παρουσιάστηκε σαν απόπειρα ληστείας από τοξικοεξαρτηµένο, που αποτράπηκε από κάποιους περαστικούς βιτζιλάντε. Ακόµα και έτσι να ήταν τα πράγµατα, καµία άλλη αντίδραση από τον αποτροπιασµό και την απερίφραστη καταδίκη δεν θα ήταν κατανοητή. Ωστόσο, πολλοί ήταν αυτοί που µίλησαν για το δικαίωµα υπεράσπισης της ιδιοκτησίας και για τα «πρεζάκια» που είναι µάστιγα στο κέντρο της Αθήνας, άλλοι µε «ψύχραιµες» αναλύσεις, άλλοι µε χυδαίες εκφράσεις για το νεκρό. Η αντιδραστική ιδέα της «ασφάλειας», που στις ΗΠΑ της γενικευµένης οπλοκατοχής µετρά χιλιάδες νεκρούς, κυρίως µαύρους, και αθωώνει «νοικοκυραίους», λειτούργησε µε τον πιο αποκρουστικό τρόπο.

 

Οι «εντιµότατοι» καταστηµατάρχες και ο «εκφασισµός»

Βεβαίως, η αποκάλυψη των «λεπτοµερειών» της υπόθεσης χάλασαν το αφήγηµα της «αυτοάµυνας των έντιµων καταστηµαταρχών». Το θύµα ήταν ο Ζακ Κωστόπουλος, ΛΟΑΤΚΙ+ ακτιβιστής, ντραγκ κουίν, οροθετικός, περιθωριακός για τους πολλούς, και σε καµία περίπτωση δεν υπήρξε ένοπλη ληστεία. Αντίθετα, υπήρξε ένας άνθρωπος τροµαγµένος που έψαχνε καταφύγιο, ένας άνθρωπος που δολοφονήθηκε την ώρα που ζητούσε βοήθεια. Και οι θύτες του, ο έντιµος κοσµηµατοπώλης (που τελικά δεν ήταν ούτε έντιµος ούτε κοσµηµατοπώλης, αλλά τοκογλύφος και κλεπταποδόχος), ο έτερος καταστηµατάρχης (στέλεχος του φασιστικού µορφώµατος του Μπαλτάκου), η αστυνοµία, οι περαστικοί.

Όλα αυτά ήταν φυσικό να ανοίξουν την κουβέντα για τον εκφασισµό της κοινωνίας. Από πολλούς περιγράφεται η εικόνα µια κοινωνίας που έχει σαπίσει, µιας κοινωνίας που είναι έτοιµη να υποδεχτεί το φασισµό. Σε αυτό συµβάλλουν και άλλα πρόσφατα γεγονότα, όχι πρωτοφανή δυστυχώς. Οι 1.200 υπογραφές στη Χίο για να αποκλειστούν τα προσφυγόπουλα από τη δηµόσια εκπαίδευση, όπως έχει γίνει στο Ωραιόκαστρο, στον Κολωνό και αλλού. Οι άνθρωποι που παρακολουθούσαν το µετανάστη, όπως νόµιζαν, (που αποδείχτηκε ότι ήταν Έλληνας και δεν «εκβίαζε για χαρτιά»), που απειλούσε να πέσει από το γλυπτό της Οµόνοιας και βιντεοσκοπούσαν γελώντας, και όλοι αυτοί που έκαναν κοροϊδευτικά σχόλια στα σχετικά δηµοσιεύµατα.

Είναι αλήθεια ότι έχουµε µπροστά µας ένα βάθεµα της αδιαφορίας και της εχθρικής διάθεσης απέναντι σε οποιονδήποτε είναι έξω από τα όρια της «κανονικότητας». Μια αντιµετώπιση των τοξικοεξαρτηµένων, των τρανς, των προσφύγων, των µεταναστών σαν κάτι λιγότερο από ανθρώπους, που δεν αξίζουν ίση µεταχείριση και η ζωή τους δεν έχει την ίδια αξία. Ακόµα περισσότερο, σαν απειλή για τη ζωή και την ασφάλεια των «κανονικών» ανθρώπων.

Η ανάλυση γιατί φτάσαµε ως εδώ δεν είναι απλή υπόθεση και σίγουρα υπάρχουν πολλοί παράγοντες. Ένας από αυτούς είναι σίγουρα το ότι ανεχτήκαµε Αµυγδαλέζες και στρατόπεδα συγκέντρωσης, χοτ σποτ και Μανωλάδες, οµοφοβικές επιθέσεις και δολοφονίες. Ζήσαµε µε τη φρίκη. Η δολοφονία του Ζακ είναι «προαναγγελθείσα» γιατί αποτελεί φυσική συνέχεια των επαναλαµβανόµενων επιθέσεων που είχε δεχτεί. Όποιες και αν είναι οι αιτίες, όµως, δεν υπάρχει καµία δικαιολογία για όσους δεν φρίττουν µπροστά στη δολοφονία του Ζακ, για όσους υπογράφουν να αποκλείσουν προσφυγόπουλα από τα σχολεία, για όσους φώναζαν ή έγραφαν «πέσε» για τον δυστυχισµένο στην Οµόνοια. Αυτοί είναι ξεκάθαρα απέναντί µας και καµία ανάλυση (για τις συνέπειες της κρίσης ή οποιαδήποτε άλλη) δεν µπορεί να τους αθωώσει ή να τους δικαιολογήσει στο ελάχιστο.

Όµως, ευτυχώς, αυτοί δεν είναι η πλειονότητα και πολύ π[ερισσότερο η µόνη πραγµατικότητα. Αν ήταν έτσι, δεν θα είχαν ήδη γίνει τρεις πορείες µε χιλιάδες άτοµα για να διεκδικήσουν δικαιοσύνη για τον Ζακ και φωνή για τον κάθε Ζακ. ∆εν θα είχαν βγει τόσα ΛΟΑΤ άτοµα στο δρόµο, ανοιχτά, για να διεκδικήσουν το αυτονόητο, να µην τους χτυπάνε, να µην τους σκοτώνουν. Αν ήταν έτσι, όσοι στηρίζουν τους θύτες δεν θα κρύβονταν πίσω από τα πληκτρολόγια και µέσα στα καφενεία, να ψελλίζουν τις αντιδραστικές και αποκρουστικές  τους απόψεις. Η µόνη απόπειρα «διαµαρτυρίας» των φασιστών ήταν τα 5 άτοµα που συγκεντρώθηκαν για λίγο µπροστά από τον τόπο της δολοφονίας και πέταξαν τα εµετικά τους τρικάκια. Το ίδιο και µε τα προσφυγόπουλα: όπου έχουν προσπαθήσει οι «αγανακτισµένοι γονείς» να τα εµποδίσουν, έχουν σπάσει τα µούτρα τους µπροστά στις αντιδράσεις περισσότερων ανθρώπων που θέλουν τα σχολεία ανοιχτά σε όλα τα παιδιά.

Αυτό όµως δε σηµαίνει ότι τα πράγµατα είναι εύκολα. Έχουµε να αντιµετωπίσουµε φασίζουσες συµπεριφορές που πυκνώνουν, τόσο από πολίτες όσο και από τον κρατικό µηχανισµό. Και η αντιµετώπισή τους θέλει σοβαρότητα και αποτελεσµατικότητα. ∆εν βοηθάει να καταδικάζουµε συλλήβδην τους µαγαζάτορες – υπάρχουν ανάµεσά τους άνθρωποι που παλεύουν για το µεροκάµατο. Στον αντίποδα, δεν είναι βοηθητικό να τους θεωρούµε όλους συµµάχους µας ως «µικρούς». Υπάρχουν στις τάξεις τους στυγνοί εκµεταλλευτές που είναι χειρότεροι µε τους εργαζόµενούς τους από τους µεγάλους καπιταλιστές. Επίσης δεν βοηθάει να ψάχνουµε την «καθαρότητα» ενός κινήµατος, αν οι ΛΟΑΤΚΙ π.χ. είναι αρκετά ριζοσπάστες για να παλέψουµε µαζί τους, µε τον ίδιο τρόπο που δεν εξετάζουµε αν µια απολυµένη καθαρίστρια είναι αντιρατσίστρια και αντισεξίστρια για να σταθούµε στο πλάι της. Αλλά είναι εξίσου λάθος να συµπαρατασσόµαστε µαζί µε οµάδες οι οποίες στηρίζουν τις κυβερνήσεις που έχουν εξαθλιώσει τόσο κόσµο και οι οποίες χρηµατοδοτούνται από τον κρατικό µηχανισµό.

Αυτό που χρειαζόµαστε είναι οι αγώνες ενάντια στο σύστηµα που γεννάει τις ανισότητες και τις «κανονικότητες». Η µηδενική ανοχή απέναντι σε σεξιστικές και ρατσιστικές θέσεις που τις θρέφουν. Η πάλη ενάντια σε οποιαδήποτε δοµή, πρακτική ή συµπεριφορά που χωρίζει τους ανθρώπους σε κανονικούς και µη. Και αυτό σε ένα όσο το δυνατό πιο µαζικό και ενωτικό πλαίσιο, ώστε να είναι αποτελεσµατικό. Γιατί οι συλλογικοί αγώνες ήταν και είναι ο µόνος δρόµος διεκδίκησης, και η µόνη αντίσταση απέναντι στην υπηρέτηση του ιδιωτικού συµφέροντος όπου ευδοκιµούν οι ιδέες της «ασφάλειας» και των «κινδύνων». Αν δεχτούµε ότι είναι σε εξέλιξη ή αναπότρεπτος ο «εκφασισµός», θα σήµαινε ότι δεν υπάρχουν και πολλά που µπορούµε να κάνουµε. Όµως απέναντι στις φασίζουσες συµπεριφορές που πυκνώνουν, είµαστε πολλοί και πολλές που δεν έχουµε συνηθίσει τη φρίκη και θα αντισταθούµε.

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*